Προληπτικός έλεγχος “screening”
Ο προληπτικός έλεγχος screening του μαστού αποτελεί βασικό πυλώνα της σύγχρονης ιατρικής πρόληψης, καθώς στοχεύει στην έγκαιρη ανίχνευση του καρκίνου του μαστού πριν από την εμφάνιση οποιουδήποτε συμπτώματος. Η πρώιμη διάγνωση αυξάνει σημαντικά τα ποσοστά ίασης, μειώνει τη θνησιμότητα και επιτρέπει λιγότερο επεμβατικές και πιο συντηρητικές θεραπευτικές επιλογές, με καλύτερο αισθητικό και λειτουργικό αποτέλεσμα για τη γυναίκα.
Όταν γίνεται λόγος για έλεγχο του μαστού, λαμβάνονται υπόψη τρεις βασικοί άξονες:
πότε πρέπει να ξεκινήσει ο έλεγχος, κάθε πότε πρέπει να επαναλαμβάνεται και ποιες εξετάσεις είναι κατάλληλες, ανάλογα με την ηλικία και το ατομικό προφίλ κινδύνου. Παρά την εξέλιξη των απεικονιστικών μεθόδων, η ψηφιακή μαστογραφία παραμένει η εξέταση εκλογής για τον ετήσιο προληπτικό έλεγχο screening.
Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται διεθνώς σύγχυση σχετικά με τα όρια ηλικίας, τη συχνότητα και το χρονικό σημείο διακοπής του ελέγχου. Οι οδηγίες που ακολουθούν βασίζονται σε διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες μεγάλων ιατρικών οργανισμών και εφαρμόζονται ευρέως και στη χώρα μας, προσαρμοσμένες στα επιδημιολογικά δεδομένα του πληθυσμού.
Προληπτικός έλεγχος screening ανά ηλικιακή ομάδα
Ηλικίες 20–35 ετών
Στις ηλικίες αυτές συστήνεται αυτοεξέταση μαστών ανά 2–3 μήνες, καθώς και υπερηχογράφημα μαστών μόνο επί ενδείξεων. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι, έστω και μία φορά σε αυτό το ηλικιακό διάστημα, η γυναίκα να επισκεφθεί εξειδικευμένο ιατρό μαστού, ώστε να πραγματοποιηθεί εκτίμηση του ατομικού κινδύνου και να δοθούν εξατομικευμένες οδηγίες πρόληψης.
Η σωστή ενημέρωση σχετικά με τους παράγοντες κινδύνου, τον τρόπο ζωής, τη σημασία της αυτοεξέτασης και τη συστηματική παρακολούθηση συμβάλλει στη δημιουργία κουλτούρας πρόληψης από νεαρή ηλικία και μειώνει το άγχος που συχνά συνοδεύει τον έλεγχο του μαστού.
Ηλικίες 35–40 ετών
Σε γυναίκες αυξημένου κινδύνου μπορεί να πραγματοποιηθεί ψηφιακή μαστογραφία βάσεως (αναφοράς). Η εξέταση αυτή λειτουργεί ως σημείο σύγκρισης για τους μελλοντικούς ελέγχους και βοηθά στη σωστή αξιολόγηση πιθανών μεταβολών στο χρόνο.
Εφόσον δεν εντοπιστούν παθολογικά ευρήματα, ο τακτικός ετήσιος προληπτικός έλεγχος screening ξεκινά συστηματικά από την ηλικία των 40 ετών.
Ηλικίες άνω των 40 ετών
Από την ηλικία των 40 ετών και μετά, συνιστάται ετήσιος έλεγχος με ψηφιακή μαστογραφία, ο οποίος θα πρέπει να συνδυάζεται πάντα με κλινική εξέταση από εξειδικευμένο χειρουργό μαστού. Ο συνδυασμός απεικονιστικού και κλινικού ελέγχου αυξάνει σημαντικά τη διαγνωστική ακρίβεια.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, ιδιαίτερα σε γυναίκες με πυκνούς μαστούς, ο καρκίνος μπορεί να μην απεικονίζεται στη μαστογραφία αλλά να ανιχνεύεται κατά την κλινική εξέταση. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το υπερηχογράφημα μαστών αποτελεί πολύτιμο συμπληρωματικό διαγνωστικό εργαλείο.
Πότε σταματά ο προληπτικός έλεγχος screening;
Δεν υπάρχει απόλυτη ηλικιακή οδηγία για τη διακοπή του προληπτικού ελέγχου screening. Οι περισσότερες διεθνείς συστάσεις τοποθετούν το όριο μεταξύ 70 και 75 ετών. Ωστόσο, γυναίκες με καλή γενική υγεία, λειτουργική αυτονομία και ικανοποιητικό προσδόκιμο ζωής δεν θα πρέπει να διακόπτουν τον έλεγχο.
Η απόφαση λαμβάνεται πάντα εξατομικευμένα, σε συνεργασία με τον θεράποντα ιατρό, λαμβάνοντας υπόψη τη συνολική κατάσταση υγείας και τα συνοδά νοσήματα.
Γυναίκες υψηλού κινδύνου
Οι παραπάνω οδηγίες αφορούν γυναίκες ενδιάμεσου κινδύνου. Σε γυναίκες υψηλού κινδύνου, όπως εκείνες με έντονο οικογενειακό ιστορικό, γονιδιακές μεταλλάξεις (BRCA), προηγούμενο καρκίνο μαστού ή ιστορικό ακτινοβολίας στον θώρακα, ο προληπτικός έλεγχος screening πρέπει να εξατομικεύεται.
Σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να απαιτείται:
-
έναρξη ελέγχου από μικρότερη ηλικία,
-
συχνότερη παρακολούθηση,
-
ή προσθήκη μαγνητικής μαστογραφίας (MRM).
Η παρακολούθηση από εξειδικευμένο χειρουργό μαστού είναι απαραίτητη για τη σωστή εκτίμηση και διαχείριση του κινδύνου.
Η σημασία της σωστής πρόληψης
Ο οργανωμένος και εξατομικευμένος προληπτικός έλεγχος screening δεν αφορά μόνο την ανίχνευση κακοήθειας, αλλά και την έγκαιρη διάγνωση καλοηθών παθήσεων του μαστού που απαιτούν παρακολούθηση. Πολλές από αυτές τις αλλοιώσεις δεν προκαλούν συμπτώματα και εντοπίζονται αποκλειστικά μέσω προληπτικού ελέγχου.
Η πρόληψη δεν σώζει απλώς ζωές· μειώνει τις επιπλοκές, περιορίζει τις επιθετικές θεραπείες και βελτιώνει ουσιαστικά την ποιότητα ζωής των γυναικών. Ξεκινά με τη σωστή ενημέρωση και ολοκληρώνεται με υπεύθυνη και εξατομικευμένη ιατρική καθοδήγηση.

